Όλοι μας έχουμε ακούσει κατά καιρούς την αναγκαιότητα της βιταμίνης D στον οργανισμό μας. Μάλιστα είναι γνωστό οτι η συγκεκριμένη βιταμίνη μας προστατεύει από τις συνέπειες της οστεοπόρωσης. Οι ευεργετικές της ιδιότητες, όμως δεν περιορίζονται μόνο σε αυτό, αλλά επιδρούν σε πολλαπλά συστήματα του οργανισμού. Η Βιταμίνη D συνδέεται με χαμηλή θνησιμότητα από οποιονδήποτε παράγοντα, ενώ έχει υποστηριχθεί ότι αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές παραμέτρους για τη διατήρηση και την ενίσχυση της καλής μας υγείας. Έχει, μάλιστα, συσχετισθεί άμεσα με την ενδυνάμωση του αμυντικού μας συστήματος.
Η γιατρός λειτουργικής, προληπτικής, αντιγηραντικής και αναγεννητικής Ιατρικής Dr. Νικολέτα Κοḯνη μας εξηγεί πως η βιταμίνη D επηρεάζει τα αυτοάνοσα νοσήματα.
«Αναβαθμιζόμενη από απλή βιταμίνη, κατατάσσεται στις λεγόμενες πυρηνικές ορμόνες, όπως είναι η κορτιζόλη και τα οιστρογόνα. Ως πυρηνικές ορίζονται οι ορμόνες εκείνες που δρουν απευθείας στο γονιδίωμα, επηρεάζοντας τη λειτουργία ενός μεγάλου ποσοστού γονιδίων. Έτσι, λοιπόν, και η Βιταμίνη D παρεμβαίνει, διά μέσου της σύνδεσης της με ενδοπυρηνικούς υποδοχείς, στην έκφραση γονιδίων στόχων, επιδρώντας καταλυτικά στο ανοσοποιητικό μας σύστημα.
Γι αυτό το λόγο, τα μειωμένα επίπεδα Βιταμίνης D στο αίμα έχουν συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης μίας σωρείας νοσημάτων, συμπεριλαμβανομένων και των αυτοάνοσων, όπως η Σκλήρυνση κατά πλάκας και η Ρευματοειδής αρθρίτιδα. Πιο συγκεκριμένα, οι επιστήμονες έχουν υποστηρίξει ότι η Βιταμίνη D ρυθμίζει τις αντιδράσεις του ανοσοποιητικού που εμπλέκονται στην εκδήλωση αυτοάνοσων παθήσεων, σύμφωνα με δημοσίευση που έγινε στο Frontiers in Immunology».
Στον οργανισμό μας άλλωστε όταν υπάρχει επάρκεια βιταμίνης D, δηλαδή τα επιπεδά της κινούνται εντός των φυσιολογικών ορίων ενισχύεται η ανοσία του. Με βάση αυτό το δεδομένο οι ειδικοί καταλήγουν στο συμπέρασμα οτι μπορεί να αποτραπεί ή να περιοριστεί η πιθανότητα ανάπτυξης αυτοάνοσων νοσημάτων.
Πότε έχουμε έλλειψη βιταμίνης D
Με μια απλή εξέταση αίματος θα διαπιστώσουμε εάν έχουμε έλλειψη ή επάρκεια βιταμίνης D. Παρουσιάζουμε έλλειψη Βιταμίνης D, όταν τα επίπεδα της στο αίμα είναι χαμηλότερα από 20 ngr/dl ενώ οι τιμές της Βιταμίνης D που κυμαίνονται μεταξύ των 20 και 30 ngr/dl υποδηλώνουν ανεπάρκεια Βιταμίνης D, μία λιγότερο επιζήμια κατάσταση από την έλλειψη.
Πάντως γενικότερα και μάλιστα σε παγκόσμιο επίπεδο οι επιστήμονες ανησυχούν καθώς τα ελλειπή επίπεδα Βιταμίνης D είναι συχνό φαινόμενο. Πολύ πρόσφατες έρευνες καταδεικνύουν ότι στις μέρες μας ολόκληρος ο Δυτικός κόσμος αντιμετωπίζει πανδημία έλλειψης Βιταμίνης D, με τη χώρα μας να μην αποτελεί εξαίρεση. Η κ. Κοίνη μας εξηγεί, «Μπορεί να ακούγεται παράδοξο αυτό, γιατί πολλοί από εμάς έχουν την εσφαλμένη εντύπωση ότι η έντονη ηλιοφάνεια που επικρατεί στη χώρα μας αρκεί για την κάλυψη των αναγκών μας σε Βιταμίνη D. Η πραγματικότητα, όμως, ανατρέπει πλήρως τα δεδομένα. Η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού στην Ελλάδα παρουσιάζει ανεπάρκεια Βιταμίνης D! Αυτή η πανδημία έλλειψης Βιταμίνης D οφείλεται στο γεγονός ότι παρόλο που η Βιταμίνη D συντίθεται από την ηλιακή ακτινοβολία πάνω στην επιδερμίδα, υπάρχουν κάποιοι γονιδιακοί/οργανικοί παράγοντες που εμποδίζουν τις διαδικασίες σύνθεσης της. Η παραγωγή της Βιταμίνης D επιτυγχάνεται επιφανειακά στο δέρμα και απαιτείται χρονικό διάστημα 48 ωρών για την απορρόφηση της στην κυκλοφορία του αίματος. Η συνεχής χρήση αντηλιακών μπορεί να αποτελέσει έναν από τους λόγους που αποτρέπουν τη σύνθεση της Βιταμίνης D, διότι εμποδίζει την επενέργεια που ασκεί η ηλιακή ακτινοβολία στο δέρμα μας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ακολουθεί η πτώση των επιπέδων της Βιταμίνης D και οδηγούμαστε σε έλλειψη.
Η κατάσταση αυτή προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία, καθώς έχει πλέον αποδειχθεί ότι τα αυτοάνοσα νοσήματα σχετίζονται αλληλένδετα με ελλιπή επίπεδα Βιταμίνης D. Αυτή η έλλειψη επαρκών ποσοτήτων Βιταμίνης D μπορεί να συνδέεται άρρηκτα με τη διαρκώς αυξανόμενη έξαρση που παρουσιάζουν τα αυτοάνοσα νοσήματα σε Ευρώπη, Βόρεια Αμερική και Αυστραλία.
Πιο συγκεκριμένα, έχουν σημειωθεί αρκετές συσχετίσεις για τη Θυρεοειδίτιδα Hashimoto, την Ψωρίαση, τη Νόσο Crohn, τη Ρευματοειδή αρθρίτιδα, τη Σκλήρυνση κατά πλάκας και το Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1. Χαρακτηριστικό των αυτοάνοσων νοσημάτων, μάλιστα, αποτελεί το γεγονός ότι εκδηλώνονται με περιόδους εξάρσεων και υφέσεων. Τα μειωμένα επίπεδα Βιταμίνης D στο αίμα εντείνουν τις εξάρσεις της συγκεκριμένης κατηγορίας νοσημάτων και μπορεί να οδηγήσουν στην επιδείνωση των συμπτωμάτων της εκάστοτε ασθένειας».
Τρόποι εφοδιασμού του οργανισμού με τις ιδανικές ποσότητες Βιταμίνης D
Όλοι χρειάζεται να ελέγχουμε ανά τακτά χρονικά διαστήματα τα επίπεδα της Βιταμίνης D στον οργανισμό μας. Πρόκειται για τον πιο απλό και αποτελεσματικό τρόπο μέσω του οποίου θα μπορούσαμε να προλάβουμε και να αποτρέψουμε την ανάπτυξη μίας αυτοάνοσης νόσου, καθώς η επάρκεια Βιταμίνης D μπορεί να θωρακίσει επαρκώς το ανοσοποιητικό μας σύστημα. Όπως μας λέει η γιατρός, «Το καλό είναι ότι, πλέον, έχουμε στη φαρέτρα μας Εξειδικευμένες Διαγνωστικές εξετάσεις, σε μοριακό επίπεδο, οι οποίες μπορούν να ανιχνεύσουν τυχόν ανεπάρκειες και βιοχημικές εκτροπές σε κυτταρικό και ορμονικό επίπεδο. Οι εξειδικευμένες αυτές εξετάσεις μετρούν πλέον 39 δείκτες και διερευνούν τα μεταβολικά και ορμονικά μονοπάτια. Με αυτόν τον τρόπο, μπορούν να εντοπίσουν τις ελλείψεις πολύτιμων θρεπτικών συστατικών, ορμονών και βιταμινών, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και η Βιταμίνη D.
Με βάση λοιπόν, τα διαγνωστικά ευρημάτα, μπορούν να διαμορφωθούν τα κατάλληλα Ιατρικά Θεραπευτικά πρωτόκολλα, σε περίπτωση που ανευρεθούν τυχόν ανεπάρκειες ή ελλείψεις. Η θεραπεία μπορεί να βασιστεί είτε στην ορμονική αποκατάσταση του οργανισμού με Φυσικές ορμόνες, είτε στη συμπληρωματική λήψη Βιταμίνης D ή στη χορήγηση ενός “Unique blend”, ενός μείγματος μικροθρεπτικών συστατικών. Το θεραπευτικό πρωτόκολλο που θα διαμορφωθεί χορηγείται εξατομικευμένα και κρίνεται με γνώμονα τις ανάγκες του κάθε ατόμου, τις διαφόρων ειδών ελλείψεις που παρουσιάζει ο οργανισμός του και γενικότερα καθορίζεται από τη συνολική κατάσταση της υγείας του».
Σχόλια