Τους τελευταίους μήνες υπάρχει μια έντονη ανησυχία εξαιτίας του κορωνοϊού στις γυναίκες που κυοφορούν. Είναι λογικό να τις αγχώνει η πάνδημία καθώς ο covid 19 έχει αποδείξει οτι είναι απρόβλεπτος. Ωστόσο αν η εγκυμονούσα είναι προσεκτική και ακολουθεί τους κανόνες αντιμετώπισης της πανδημίας όλα θα πάνε καλά. Εκτός όμως από το φόβο του κορωνοϊού υπάρχουν και άλλα πολλά για τα οποία πρέπει να είναι σίγουρη η μέλουσα μητέρα πριν φέρει στον κόσμο το παιδί της. Πως μπορούμε να σιγουρευτούμε πως το μωρό που κυοφορείται είναι υγιές; Ποιες είναι οι διαθέσιμες μέθοδοι; Ποια τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της κάθε μεθόδου; Ο μαιευτήρας – γυναικολόγος Ιωάννης Ράπτης απαντά σε όλες τις ερωτήσεις σας.
Στο τέλος του πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης καλούμαστε να απαντήσουμε στο πιο σημαντικό ίσως ερώτημα που αφορά το έμβρυο. Το αν δηλαδή αυτό φέρει κάποια σοβαρή χρωμοσωμική ανωμαλία, όπως για παράδειγμα το Σύνδρομο Down.
Στο πλαίσιο αυτό είναι απολύτως απαραίτητη μια ενδελεχής συζήτηση του επαγγελματία υγείας με τους μελλοντικούς γονείς σχετικά με τις διαθέσιμες μεθόδους, τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της καθεμιάς αλλά και τις περαιτέρω ενέργειες, οι οποίες μπορεί να χρειαστεί να γίνουν ανάλογα με τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Η επεξήγηση αυτή, σε γλώσσα απλή και κατανοητή αλλά και ταυτόχρονα ιατρικά καταρτισμένη ονομάζεται Γενετική Καθοδήγηση και στη σύγχρονη μαιευτική πραγματοποιείται αποκλειστικά από πιστοποιημένους γιατρούς.
Με τον τρόπο αυτό αποφεύγεται η συχνά παρατηρούμενη σύγχυση του ζεύγους, ενώ μειώνεται σημαντικά η πιθανότητα μιας λανθασμένης στρατηγικής, η οποία μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη.
Στο άρθρο αυτό παραθέτουμε συνοπτικά τις βασικές αρχές του προγεννητικού ελέγχου πρώτου τριμήνου και περιγράφουμε τόσο τις διαθέσιμες επιλογές όσο και τρόπους αποφυγής συχνών λαθών, τα οποία παρατηρούνται.
Κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης υπάρχουν τρεις βασικοί τρόποι προκειμένου να διαπιστώσουμε αν το έμβρυο που κυοφορείται είναι γενετικά άρτιο. Αυτές είναι:
(Αυχενική διαφάνεια, β-hCG, PAPP-A)
Αποτελεί τον σημαντικότερο έλεγχο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και πραγματοποιείται μεταξύ της 11+0 και 13+6 βδομάδας.
Το μαιευτικό ιστορικό, η μέτρηση της αυχενικής διαφάνειας και μία αιματολογική εξέταση της μέλλουσας μητέρας (ß-hCG, PAPP-A) συνδυάζονται προκειμένου να υπολογιστεί η πιθανότητα γενετικών διαταραχών (Τρισωμία 21 – Σ. Down, Τρισωμία 18 και Τρισωμία 13) στο έμβρυο.
Επιπλέον εξετάζονται ενδελεχώς όλα τα όργανα του εμβρύου για πιθανές μεμονωμένες διαταραχές, οι οποίες δεν σχετίζονται με λάθος αριθμό χρωμοσωμάτων.
(NIPT – Non Invasive Prenatal Testing)
Πραγματοποιείται μέσω λήψης αίματος από τη μητέρα και στοχεύει, όπως και το Screening 1ου τριμήνου, στον υπολογισμό της πιθανότητας ύπαρξης γενετικών διαταραχών και κυρίως του σ. Down στο έμβρυο.
Το NIPT Test αντικαθιστά ή συμπληρώνει το Screening 1ου τριμήνου, όταν αυτό καταστεί απαραίτητο. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε πως παρ’ ότι η ακρίβεια της εξέτασης είναι μεγαλύτερη από αυτή της Ά επιπέδου στον προσδιορισμό της πιθανότητας γενετικών διαταραχών, παρέχει λιγότερες πληροφορίες για την κατάσταση του εμβρύου μιας και δεν δίνεται καμία υπερηχογραφική πληροφορία για την κατάσταση των οργάνων του.
Η λήψη τροφοβλάστη διενεργείται συνήθως μεταξύ 10ης και 14ης εβδομάδας κυήσεως και περιλαμβάνει τη λήψη με ειδική βελόνα μικρού δείγματος του πλακούντα, στο οποίο πραγματοποιείται ειδική ανάλυση για την ανίχνευση χρωμοσωμικών ανωμαλιών.
Η αμνιοπαρακέντηση εξυπηρετεί διαγνωστικά περίπου τον ίδιο σκοπό με τη λήψη τροφοβλάστη, ωστόσο αυτή διενεργείται σε πιο προχωρημένη ηλικία κύησης, συνήθως από τη 15η εβδομάδα και περιλαμβάνει τη λήψη αμνιακού υγρού αντί για δείγμα πλακούντα.
Ο τρόπος με τον οποίο αξιοποιούμε τις παραπάνω εξετάσεις εξαρτάται σχεδόν εξολοκλήρου από δύο θεμελιώδεις διαφορές, οι οποίες οφείλουν να γίνουν κατανοητές.
Ο προγεννητικός έλεγχος του πρώτου τριμήνου ξεκινά συνήθως με την εξέταση Ά επιπέδου, από την οποία προκύπτει η πιθανότητα το έμβρυο που κυοφορείται να πάσχει από κάποιο γενετικό σύνδρομο (σ. Down, τρισωμία 13, τρισωμία 18).
Όταν η πιθανότητα που προκύπτει είναι μικρή, συνήθως δεν υπάρχει ιατρική ανάγκη για περαιτέρω έλεγχο σε αυτή τη φάση.
Όταν η πιθανότητα αυτή είναι μεγάλη, ακολουθεί συνήθως λήψη τροφοβλάστη ή αμνιοπαρακέντηση, η οποία δείχνει με βεβαιότητα εάν το έμβρυο πάσχει η όχι.
Όταν η πιθανότητα που προκύπτει είναι μέση, τότε ανάλογα με το ιστορικό και με τα ιατρικά ευρήματα αποφασίζονται από κοινού με το ζευγάρι τα περαιτέρω διαγνωστικά βήματα, σταθμίζοντας πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των υπολοίπων μεθόδων.
Θα πρέπει να αντιληφθούμε πως ο παραπάνω αλγόριθμος αποτελεί απλά μία συνήθη στρατηγική και δεν αφορά όλες τις περιπτώσεις, αφού αναλόγως το ιατρικό ιστορικό, τα ιατρικά ευρήματα και το κοινωνικοοικονομικό, θρησκευτικό και ιδιοσυγκρασιακό status του ζεύγους μπορεί να προκύψουν διαφορετικές διαγνωστικές προσεγγίσεις.
Για παράδειγμα:
Ο προγεννητικός έλεγχος πρώτου τριμήνου είναι θεμελιώδης τόσο για την αξιολόγηση όσο και για την έκβαση της εγκυμοσύνης. Την ίδια στιγμή τα θέματα που διαπραγματεύονται λόγω της φύσης τους είναι σύνθετα ενώ κάθε απόφαση πρέπει να συνυπολογίσει τις επιθυμίες και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ζευγαριού.
Η αρμονική συνεργασία του επαγγελματία υγείας με τους μελλοντικούς γονείς και η χάραξη μιας κοινά αποδέκτης και κατανοητής στρατηγικής αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για έναν αποτελεσματικό και ταυτόχρονα ασφαλή προγεννητικό έλεγχο.
Σχόλια