Ραγοειδίτιδα είναι η φλεγμονή του ραγοειδούς χιτώνα.
Ο χιτώνας αυτός είναι γνωστός και σαν αγγειώδης χιτώνας λόγω της αγγειοβρίθειας του. Είναι το μεσαίο από τα τρία στρώματα από τα οποία αποτελείται το ο οφθαλμός. Βρίσκεται ανάμεσα στον ινώδη χιτώνα ,τον σκληρό (το εξωτερικό στρώμα του ματιού) και τον αμφιβληστροειδή (που βρίσκεται στο εσωτερικό, πίσω μέρος του ματιού) .
Αποτελείται από την ίριδα και το ακτινωτό σώμα προς τα εμπρός και τον χοριοειδή προς τα πίσω.
Σε μεγάλο ποσοστό δεν μπορεί να αναγνωριστεί το αίτιο, ακόμα και με πολύ ειδικές εξετάσεις. Έτσι χαρακτηρίζεται ιδιοπαθής φλεγμονή. Σε ποσοστό περίπου 20% το αίτιο μπορεί να είναι λοιμώδες, όπως οι ιοί του έρπητα, ο ιός της ερυθράς, η φυματίωση, η σύφιλη.
Σε ένα άλλο 20% η πρόσθια ραγοειδίτιδα μπορεί να σχετίζεται με κάποιο συστηματικό νόσημα, όπως η νεανική ιδιοπαθής αρθρίτιδα, η αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα, το σύνδρομο Reiter, η ψωριασική αρθρίτιδα, τα φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου, η νόσος Αδαμαντιάδη-Behcet, η σαρκοείδωση.
Σε ένα μικρότερο ποσοστό η πρόσθια ραγοειδίτιδα εκδηλώνεται μετά από τραυματισμό ή μετά από χειρουργική επέμβαση στο μάτι (καταρράκτη, γλαυκώματος).
Τέλος σε μικρό αριθμό περιπτώσεων ένα κακόηθες νόσημα (λευχαιμία, λέμφωμα) μπορεί να μιμείται πρόσθια ραγοειδίτιδα.
Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν φωτοφοβία, θολή όραση, πόνο, δακρύρροια και ερυθρότητα, που μπορεί να είναι εντονότερη γύρω από τον κερατοειδή. Ο σπασμός του σφιγκτήρα της κόρης προκαλεί τη συστολή της (μύση), ενώ σε σοβαρές περιπτώσεις τα φλεγμονώδη στοιχεία αθροίζονται στο κάτω μέρος του προσθίου θαλάμου σχηματίζοντας υπόπυο.
Η ιριδοκυκλίτιδες μπορεί να είναι οξείες ή χρόνιες, μονόπλευρες ή αμφοτερόπλευρες, ενώ αρκετά συχνά υποτροπιάζουν.
Η θεραπεία της πρόσθιας ραγοειδίτιδος είναι με τοπικά στεροειδή και μυδριατικά κολλύρια. Βέβαια εάν βρεθεί συγκεκριμένη αιτία , τότε πρέπει να αντιμετωπισθεί και αυτή. Αν η νόσος μεταπέσει σε πιο βαριά μορφή, μπορούν να εμφανιστούν επιπλοκές, όπως γλαύκωμα, καταρράκτης και οίδημα της ωχράς.
Οπίσθια ραγοειδίτιδα είναι η φλεγμονή του χοριοειδούς, του οπίσθιου δηλαδή τμήματος του ραγοειδούς χιτώνα.
Όπως και η πρόσθια ραγοειδίτιδα μπορεί να είναι μεμονωμένη διαταραχή, ή να αποτελεί μέρος μιας πολυσυστηματικής νόσου. Μπορεί να οφείλεται σε λοιμώδες νόσημα, όπως τοξόπλασμα, έρπητας, κυτταρομεγαλοιός, φυματίωση κ.ά.
Τα μη λοιμώδη αίτια είναι σαρκοείδωση, ν.Αδαμαντιάδη –Behcet , νοσήματα κολλαγόνου , όπως και αυτοάνοσα νοσήματα που περιορίζονται μόνο στα μάτια κ.ά.
Τα συμπτώματα της οπίσθιας ραγοειδίτιδας περιλαμβάνουν μυοψίες (τα λεγόμενα μυγάκια), θόλωση της όρασης, σκοτεινές περιοχές στο οπτικό πεδίο , σοβαρή μείωση της όρασης. Συνήθως δεν υπάρχει πόνος, ούτε ερυθρότητα εξωτερικά στο μάτι.
Προκειμένου να διαπιστωθεί το αίτιο θα απαιτηθούν μια σειρά από ειδικές εργαστηριακές και απεικονιστικές εξετάσεις. Οι εξετάσεις αυτές θα ζητηθούν από τον γιατρό με βάση την μορφή της ραγοειδίτιδας και τα γενικά συμπτώματα.
Εκτίμηση από γιατρούς άλλων ειδικοτήτων θα χρειαστεί μόνο αν υπάρχει πιθανότητα να κρύβεται κάποιο άλλο νόσημα.
Η θεραπεία εξαρτάται από το αίτιο, όπου σε λοιμώδη αίτια θα χρειαστεί το κατάλληλο αντιβιοτικό, συνήθως περιλαμβάνει και τη χρήση στεροειδών τοπικά ή συστηματικά , όπως και σε δεύτερη φάση περιλαμβάνει ανοσοτροποποιητικά.
Είναι ο τύπος της ραγοειδίτιδας όπου η φλεγμονή συμβαίνει στο μέσο εσωτερικό τμήμα του ματιού και μπορεί να αφορά στο υαλοειδές, στην pars plana, στην pars plicata και τον περιφερικό αμφιβληστροειδή .
Χαρακτηριστικά προσβάλλει εφήβους και νεαρούς ενήλικες, που εμφανίζουν μυοψίες και θόλωση της όρασης στον έναν ή και στους δύο οφθαλμούς. Είναι αγνώστου αιτιολογίας και αντιμετωπίζεται και αυτή με στεροειδή.
Το παρόν άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση.
Πηγή: http://lasermatia.gr/%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%bf%ce%b5%ce%b9%ce%b4%ce%af%cf%84%ce%b9%ce%b4%ce%b1/
Σχόλια